Ο «Πατριάρχης» του ρεμπέτικου τραγουδιού…

Αν και από τον τίτλο και μόνο πολλοί θα κατάλαβαν αμέσως για ποιον πρόκειται, αυτός δεν είναι άλλος από το Μάρκο Βαμβακάρη.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στις 10 Μαΐου 1905, στην Άνω χώρα της Σύρου και συγκεκριμένα στο συνοικισμό Σκαλί. Κάτι το οποίο γνωρίζουν οι περισσότεροι για τον ίδιο είναι ότι καταγόταν από οικογένεια Καθολικών. Η δυσχερής οικονομική κατάσταση της οικογένειας, τον οδήγησε να αφήσει νωρίς το σχολείο και να ασχοληθεί με διάφορα επαγγέλματα, για να εξασφαλίσει τα προς το ζην.

«Λούστρος, εφημεριδοπώλης, μανάβης, μπακάλης. Έγραψα, ηχογράφησα ένα δίσκο, και είχα γράψει όλα τα…τις τέχνες που ‘κανα. Τις γράφω σε δίσκο, τις έχω..ένα χασάπικο, νομίζω, τι ‘τανε, ζεϊμπέκικο. Το ‘χω γραμμένο δίσκο, αλλά δεν το ‘χω αυτό το πράμα, το οποίο καλό θα ήτανε..»

Η μεγάλη αγάπη του για τη μουσική εκδηλώθηκε σε μικρή ηλικία. Μέσα στην οικογένεια υπήρχε άλλωστε αυτή η σπίθα, μιας και ο πατέρας του έπαιζε γκάιντα και ο παππούς του έγραφε τραγούδια.

«Εγώ όμως το ‘πιασα το μπουζούκι με, πώς να σας πω, με την ψυχή μου, με την καρδιά μου, για να βγω πέρα. Και το ‘βγαλα πέρα το μπουζούκι, μέχρι που μ ‘άκουγε αυτός που σας είπα  που ‘φέρνε ο πατέρας μου στο σπίτι κι έπαιζε και μου ‘λεγε: παίξε, μου λέει, τι να παίξω εγώ, παίξ ‘εσύ, μου λέει να σ’ ακούσω.» Αυτόν, θα δείξει σα δάσκαλο στο μπουζούκι, μιας και αυτόν άκουγε να παίζει στο σπίτι του, χωρίς όμως να του δείξει στην πράξη. Ο Αϊβαλιώτης ο Νίκος, όπως αναφέρει ότι τον έλεγαν.

Το 1917 άφησε το νησί του και έφυγε για τον Πειραιά.

«Όταν ήρθα το ‘17, ήρθα μοναχός μου, Ήρθα μοναχός μου εδώ κι έμεινα σε μια θεία μου στα Ταμπούρια, ενώ ο πατέρας μου κι η οικογενειά μου, το σπίτι μου ήτανε η Σύρα. Και είχα έρθει μοναχός μου και έμεινα σ’ αυτό το σπίτι. Επί ένα χρόνο σχεδόν μ’ είχε το σπίτι αυτό και δούλευα, με συγχωρείς, χαμάλης. Τότες ήμουνα γαιανθρακεργάτης. Θα θυμάσαι εκείνο τον καιρό που ‘ταν οι μαούνες με τα κάρβουνα τα πολλά. Εκεί δούλευα….Έκει…ύστερα έκατσα αρκετό καιρό, να πούμε, εκεί πέρα και μετά εσηκώθηκα κι έφυγα και πήγα στα σφαγεία, στα χασαπιά που λένε. Στα σφαγεία του Πειραιώς. Έπιασα εκεί δουλειά. Έγινα αυτός, να πούμε, έγινα μάστορας καλός, να πούμε, μέσα εκεί πέρα και δούλευα σ’αυτή τη δουλειά μέχρι που πήρα το απολυτήριο μου από το σφαγείο των Αθηνών.»

«Το 1925 επήγα στρατιώτης, κλήρος ήμουν, κλάση, να πούμε, το 1925. Και αφού επήγα ‘κει πέρα τότες πια παραδόθηκα σ’αυτό το όργανο τελείως. Και πιο μπροστά, πιο μπροστά είχα αρχίσει, διότι είχα κι έναν πατέρα κι έπαιζε και αυτός λιγάκι μπουζουκάκι.»

Το 1933 είναι η χρονιά που φωνογράφησε με την εταιρεία Odeon, τον πρώτο δίσκο με μπουζούκι, στον οποίο περιεχόταν δύο τραγούδια, το «Καραντουζένι» ή «Έπρεπε να ‘ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας» και το «Αράπ» (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).

Την επόμενη χρονιά δημιουργείται «Η Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς» από τους Μάρκο Βαμβακάρη, Γιώργο Μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή και Ανέστη Δελιά. Ένα πρωτοπόρο, για την εποχή, μουσικό σχήμα.

Εκείνη την εποχή, ωστόσο, τα «μπουζούκια» δεν ήταν η πρώτη επιλογή για τη διασκέδαση. Ο ίδιος ο Βαμβακάρης αναφέρει :

«Όλη η μαστοράτζα, όλοι οι φουκαριάρηδες, όλοι, πώς να σ’ τους πω δηλαδή, όλοι οι άνθρωποι που ήταν μερακλήδες και ήτανε φτωχοί και δεν μποράγανε να πάνε σ’ ένα άλλο μέρος να γλεντήσουν με βιολιά και τέτοια, ε, είχαν το μπουζούκι. Το μπουζούκι…μα θα μου πεις πόσοι ήτανε; Έγω ήμουνα με το μπουζούκι. Είχανε κι άλλοι, αλλά οι άλλοι δεν πιάνανε, δεν πιάνανε. Οι άλλοι όλοι με είχανε εμένανε για δάσκαλο και μου λέγανε: Μάρκο, παίξε ν ‘ακούσουμε.»

To 1935 επιστρέφει για λίγο στη Σύρο, όπου δημιουργεί τη «Φραγκοσυριανή», ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του, αλλά και ένα από τα πιο όμορφα τραγούδια του είδους του.

«Όλος ο κόσμος της Σύρου μ’ αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ’ ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ’ ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν… Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα:

Μία φούντωση, μια φλόγα

έχω μέσα στην καρδιά

Λες και μάγια μου ‘χεις κάνει

Φραγκοσυριανή γλυκιά…

Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ‘ αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, έγραψα τη Φραγκοσυριανή.»

Τα πράγματα για το Μάρκο αλλάζουν και δυσκολεύουν μετά τον πόλεμο. Ο αυτοδίδακτος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού θεωρείται «παλιακός», με τις δισκογραφικές να τον περιθωριοποιούν και να αρνούνται τη συνεργασία μαζί του. Αυτό συμβαίνει παράλληλα με τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με την υγεία του. Τότε είναι που θα επέλθει και ο αφορισμός του από την καθολική εκκλησία, λόγω του δεύτερου ορθόδοξου γάμου του (η άρση του θα γίνει λίγο αργότερα, το 1966).

Τη δεκαετία του 1960, με πρωτοβουλία του Τσιτσάνη και σε συνεργασία με την εταιρεία Columbia, αυτήν τη φορά, βγαίνουν στην κυκλοφορία ορισμένα παλιά και νέα τραγούδια του, τα οποία ερμηνέυει ο ίδιος και άλλοι καλλιτέχνες, όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι τότε ξεκινάει η «δεύτερη καριέρα» του.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης υπήρξε ίσως ο σημαντικότερος εκφραστής της ρεμπέτικης μουσικής και μέσω των τραγουδιών του και της μεγάλης τους επιτυχίας έγινε πασίγνωστό το ρεμπέτικο άκουσμα.

Ορισμένα από τα πιο αναγνωρίσιμα τραγούδια του είναι : «Μαύρα μάτια μαύρα φρύδια», «Τα ματόκλαδα σου λάμπουν», «Τα μπλε παράθυρά σου», «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά», «Το μινόρε της αυγής», «Τα ζηλιάρικα σου μάτια» και τόσα πολλά άλλα, τα οποία τραγουδάμε και χορεύουμε. Για τα περισσότερα, όμως, δε γνωρίζουμε το δημιουργό. Είναι λοιπόν αυτός ο σπουδαίος συνθέτης, στιχουργός και τραγουδιστής.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης πέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1972, από νεφρική ανεπάρκεια.

«Οδός Αναπαύσεως. Εκεί είχε κάνει μια παράγκα ένας ονόματι Σαραντόπουλος, τον οποίο δε θυμάμαι και το πρώτο του, τ ‘όνομα του το μικρό, το μεγάλο, όμως ο Σαραντόπουλος. Αυτός με πρωτοφώναξε μ’ έναν Αρμένη, που πέθανε, με το βιολί. Ήρθε και με πήρε αυτός. Με ξεσήκωσε, έτσι και έτσι, θα σου δώσουμε μεροκάματο και το ΄να και…Και πήγα δηλαδή, πραγματικώς, και πήρα μεροκάματο για πρώτη φορά διακόσιες δραχμές. Τότες…διακόσιες δραχμές…»

**Μπορείτε να βρείτε αναλυτικά τη συνέντευξη του Μάρκου Βαμβακάρη από το αρχείο Κουνάδη παρακάτω :  https://www.vmrebetiko.gr/item/?id=1301  https://www.vmrebetiko.gr/item/?id=1302

Αριάδνη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: