Τα ρολόγια δεν γερνούν ποτέ.

Μεσημέρι. Ο ήλιος στα ντουζένια του. Κοιτάς το ρολόι σου, η ώρα είναι 3.20 και είσαι κάποια ώρα μακρυά από το σπίτι σου. Σταματάς να δέσεις ένα κορδόνι που σου λύνεται συνέχεια και καταλαβαίνεις ότι κάποιες κινήσεις, όπως το λύγισμα της μέσης, πρέπει πλέον να τις κάνεις πιο αργά διότι προϊόντος του χρόνου το σώμα σου έχει αποκτήσει ευαισθησίες. Ακολουθείς το μοτίβο που σου δείχνει ο οργανισμός σου, δένεις το παπούτσι σου και αργοσαλεύοντας έρχεσαι πάλι σε όρθια στάση.

Σηκώνεσαι και είσαι έτοιμος να συνεχίσεις την διαδρομή σου. Προχωράς στα στενά και στα σοκάκια και ακούς τους ήχους του δρόμου. Η ακοή σου ανάλογα με τις συνθήκες είναι επιλεκτική. Τις χαλαρές μέρες επιλέγεις τους ήχους των πουλιών και των δέντρων και τις μέρες του άγχους απομονώνεσαι στα κορναρίσματα των αυτοκινήτων και στα διάφορα και διαφορετικά μπινελίκια που πηγαινοέρχονται στους δρόμους ανάμεσα στους ανθρώπους. Ξανακοιτάς το ρολόι σου, το οποίο για ένα περίεργο λόγο δεν δείχνει πλέον ώρα, δείχνει χρόνια. Έχει πέσει σούρουπο, και από το μεσημέρι που το κοίταξες τελευταία φορά και ήταν 3.20, έχει περάσει κιόλας μία δεκαετία. Κοιτάς τα ρούχα σου, έχουν αλλάξει και αυτά υφάσματα και στην τσέπη σου έχεις ένα ζευγάρι κλειδιά αυτοκινήτου που στην αρχή της περπατιτάδας σου, δεν το είχες. Χτυπάει το τηλέφωνο σου από ένα νούμερο που μελλοντικά θα το αποθηκεύσεις στις αγαπημένες σου επαφές αλλά προς το παρόν δεν σου λέει τίποτα. Σε πιάνει μία βιασύνη. Νιώθεις ότι σε προσπερνάει ο χρόνος και μέσα σε όλα το ρολόι σου έχει τρελαθεί. Αντί για δευτερόλεπτα μετράει μέρες και αντικαθιστά τα λεπτά με χρόνια. Αρχίζεις να κάνεις μεγαλύτερα βήματα με πιο ταχύ ρυθμό, αλλάζεις διαδρομή και πλέον κατευθύνεσαι προς το γωνιακό ρολογάδικο στην πλατεία. Πρέπει να φτιάξεις το ρολόι σου, να μετράει πάλι σωστά. Τα γρήγορα βήματα σε λαχανιάζουν και αναγκάζεσαι να σταματήσεις να πάρεις ανάσες οξυγόνου. Η βόλτα έχει μετατραπεί σε αγώνα δρόμου και ο χρόνος μοιάζει να τρέχει πιο γρήγορα από εσένα. Θέλεις ένα μπουκαλάκι νερό αλλά διαπιστώνεις πως το υπογειάκι περίπτερο που ήξερες χρόνια με τον κύριο Νίκο και την κυρία Ασημίνα, δεν είναι πλέον εκεί που ήταν. Πρέπει να φτάσεις στο ρολογάδικο. Ξανακοιτάς το ρολόι και η ώρα τώρα δείχνει, όχι μία, αλλά δύο δεκαετίες μετά από την στιγμή που ξεκίνησες την βόλτα σου. Μα δεν μπορεί, αισθάνεσαι ότι πριν δύο λεπτά ήταν 3.20. Σηκώνεις το κεφάλι και έχει νυχτώσει. Δεν προλαβαίνεις το ωράριο των μαγαζιών. Πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι.

Παίρνεις αυτοματοποιημένα έναν άγνωστο δρόμο και καταλήγεις σε ένα όμορφο σπίτι που στο κουδούνι γράφει το όνομά σου. Έχεις κλειδιά και ανοίγεις, μπαίνεις μέσα και σε περιμένουν ζεστά τα δωμάτια και μπαγιάτικα τα μακαρόνια για να φας. Και λες, δεν γίνεται ρε γαμώτο, για μία απλή βόλτα ξεκίνησα, πως πέρασε έτσι ο χρόνος χωρίς να το καταλάβω;

Είσαι κουρασμένος, πας για ύπνο – δεν κοιτάς πλέον το ρολόι σου, απλά το βγάζεις και το ακουμπάς στο κομοδίνο δίπλα σου. Λαγοκοιμάσαι, έρχεται το πρωί – σηκώνεσαι και πλένεις τα μούτρα σου. Παίρνεις το ρολόι, το βάζεις στην τσέπη σου και ξεκινάς για το ρολογάδικο. Είσαι φρέσκος και πας σχεδόν τρέχοντας προς την πλατεία, βλέπεις το μαγαζί όπου έχει αλλάξει πινακίδα από O ‘clock σε Smart clock και μπαίνεις μέσα.

  • Γεια σας, ήρθα να φτιάξω το ρολόι μου.
  • Τι έχει πάθει κύριε;
  • Έχει χαλάσει και μπερδεύει τους δείκτες από δευτερόλεπτα σε μέρες και από λεπτά σε χρόνια.
  • Για να το δω. Κάνετε λάθος κύριε, το ρολόι σας δείχνει πολύ σωστά την ώρα και με μεγάλη ακρίβεια.
  • Μα εχθές ξεκίνησα για μία βόλτα και μέχρι να γυρίσω το βράδυ σπίτι είχαν περάσει δύο δεκαετίες.
  • Για αυτό δεν φταίει το ρολόι σας, φταίτε εσείς κύριε.

Μέσα από μία κουβέντα καταφέρνει να μου πουλήσει ένα έξυπνο ρολόι σε τιμή ευκαιρίας όπως είπε, δικαιολογώντας το υψηλό αντίτιμο υποστηρίζοντας ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Αυτό το ρολόι δεν έχει δείκτες, έχει μόνο μία μαύρη οθόνη και για να μάθεις την ώρα πρέπει απλά να το ρωτήσεις τι ώρα είναι και αυτό θα σου γράψει στην οθόνη την απάντηση.

  • Πιστέψτε με, είναι η πιο χρήσιμη αγορά που μπορούσατε να κάνετε. Θα σας βοηθήσει πολύ. Είναι ρολόι ακριβείας.
  • Σας ευχαριστώ.

Ο ρολογάς μου έδωσε πίσω και το παλιό μου ρολόι. Το έβαλα στην τσέπη αποφασισμένος να μην το ξαναφορέσω ποτέ. Βγήκα από το ρολογάδικο, έσκυψα σιγά σιγά και έδεσα τα κορδόνια μου για να συνεχίσω την διαδρομή μου. Ρωτάω το καινούριο μου ρολόι τι ώρα είναι και στην οθόνη βλέπω την απάντηση: Η ώρα είναι τώρα! Πιστεύοντας ότι είναι χαλασμένο το ξαναρωτάω και μου γράφει πάλι την ίδια απάντηση. Η ώρα είναι τώρα! Έβγαλα το παλιό ρολόι από την τσέπη μου να δω πόσα χρόνια έχουν περάσει από το πρωί που σηκώθηκα, και οι δείκτες έδειχναν 3.25. Έβαλα τα δύο ρολόγια δίπλα δίπλα και σύμφωνα με τις ενδείξεις τους η ώρα είναι 3.25 και τώρα είναι η ώρα.

Μεσημέρι και ο ήλιος στα ντουζένια του. Πήρα ένα μπουκαλάκι νερό από το γνωστό περίπτερο στην γωνία και συνέχισα την βόλτα μου. Τα πουλιά κελαηδούσαν σαν να μου εκμυστηρεύονταν συμφωνικά και σιγανά στο αυτί ένα στίχο που πρωτάκουσα, σύμφωνα πάντα με τα ρολόγια μου περίπου δύο δεκαετίες πριν, όταν πρωτοξεκινούσα δηλαδή την βόλτα μου.

“Μια αστραπή η ζωή μας… μα προλαβαίνουμε.”

Χάρης

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: