«Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα…»

Αυτόν το στίχο είχε γράψει σε ένα από τα ποιήματα της η Κατερίνα Γώγου και από τότε έχουν περάσει περισσότερα από τριάντα χρόνια. Αλλά μια δόση επικαιρότητας την έχει. Σε αυτό το ελπιδοφόρο ποίημα – ίσως να είναι και το μόνο αντίστοιχο που είχε γράψει – οραματιζόταν έναν καλύτερο κόσμο, δίνοντας έναν τόνο αισιοδοξίας με το δικό της πάντα τρόπο.

Γεννήθηκε την 1η Ιουνίου 1940 στην Αθήνα, βιώνοντας τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε. Από πολύ μικρή στράφηκε στο θέατρο ξεκινώντας να παίζει σε παιδικές παραστάσεις από την ηλικία των πέντε ετών, ενώ αργότερα σπούδασε υποκριτική στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και χορό στη σχολή Πράτσικα. Η παρθενική της εμφάνιση στο θέατρο ήταν το 1961 με το θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου. Δεν έγινε βέβαια η μεγάλη πρωταγωνίστρια της εποχής, μιας και συνήθως είχε δευτερεύοντες ρόλους,αλλά το ταλέντο της ήταν αδιαμφισβήτητο.

Το τρελοκόριτσο που υποδύθηκε την αδερφή της Τζένης Καρέζη, στην ελληνική κωμωδία «Μια τρελή τρελή οικογένεια» και την υπηρέτρια της Μάρως Κοντού στην κλασσική ασπρόμαυρη ταινία «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα», είναι δύο πολύ γνωστοί και χαρακτηριστικοί ρόλοι που «κράτησε» η Γώγου κατά τη διάρκεια της υποκριτικής της καριέρας.

Ήταν όμως η Κατερίνα Γώγου αυτό το χαρούμενο και αφελές ίσως κορίτσι που έπαιξε τη συμμαθήτρια της Αλίκης Βουγιουκλάκη στην ταινία «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο»; Μάλλον όχι είναι η απάντηση και αυτό φαίνεται διαβάζοντας τα ποιήματα της. Η σπουδαία ποιητική της διαδρομή ξεκινάει στα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Βαθιά πολιτικοποιημένη προσωπικότητα με αναρχική στάση και ασυμβίβαστη συνείδηση, φανέρωσε το χαρακτήρα της και μίλησε ανοιχτά για τόσα πολλά που μας απασχολούν μέχρι και σήμερα. «Ο τρόπος γραφής της δείχνει έναν άνθρωπο πάρα πολύ ευαίσθητο..», είχε πει για την ποίηση της Γώγου η Αφροδίτη Μάνου. Σίγουρα θα την πετύχαινε κανείς στην πλατεία Εξαρχείων εκείνης της εποχής, παρέα με το Νικόλα Άσιμο και τον Παύλο Σιδηρόπουλο, την«Αγία τριάδα των Εξαρχείων». Συμμετείχε σε διαμαρτυρίες και πορείες, ενώ είχε συλληφθεί αρκετές φορές από την Αστυνομία, με την οποία δεν τα πήγαινε ποτέ καλά.«Από τη στιγμή που δεν μας αφήνουν να φτιάξουμε τη ζωή, θα χαλάσουμε αυτό που υπάρχει και θα βγει το καινούργιο μετά», είχε δηλώσει και μάλιστα το 1986 είχε κάνει μήνυση στον τότε Υπουργό Δημόσιας Τάξης επειδή τη χτύπησαν αστυνομικοί κατά τη διάρκεια διαδήλωσης, στην οποία συμμετείχε.

 

«Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;»

 

«Τρομοκρατία: εξουσιάζω δια της βίας. Τρόμου. Και τρομοκράτης τι θέλει να πει; Δε θέλω απάντηση απ’ αυτούς που την επινοήσανε. Ζητάω απάντηση απ’ τους λαχανιασμένους»

 

«Εμένα, οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά, εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα..»

 

Η ποιητική συλλογή «Τρία κλικ Αριστερά» του 1978 από τις εκδόσεις Καστανιώτη, είχε τεράστια και αναπάντεχη επιτυχία, φτάνοντας τις 40.000 αντίτυπα, ενώ λίγα χρόνια αργότερα μεταφράζεται στα αγγλικά και κυκλοφορεί στην Αμερική.

Είχε ωστόσο δυναμική παρουσία και στο νέο ελληνικό κινηματογράφο σε ταινίες που της ταίριαξαν μάλλον περισσότερο. Το 1977 για την ταινία «Βαρύ πεπόνι», κέρδισε το Βραβείο Ερμηνείας Α΄ Γυναικείου Ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στην «Παραγγελιά» του 1980, μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες εκείνης της χρονιάς, μιας και αναφέρεται στη ζωή του Νίκου Κοεμτζή, μελοποιούνται στίχοι της από τον Κυριακό Σφέτσα. Και τις δύο ταινίες υπογράφει ο σύζυγός της Παύλος Τάσιος, με τον οποίο απέκτησε μια κόρη, τη Μυρτώ.

Το τέλος για τη Γώγου έρχεται πολύ νωρίς, όταν ο κόσμος των ναρκωτικών συναντά τη Μυρτώ στην εφηβεία της.Η Κατερίνα Γώγου στην προσπάθεια της να βοηθήσει την πολυαγαπημένη κόρη της, βυθίζεται και η ίδια. Νοσηλεύεται για αποτοξίνωση αλλά και ψυχιατρικούς λόγους, χωρίς αποτέλεσμα. Η Κατερίνα Γώγου αυτοκτόνησε το φθινόπωρο του 1993 στα 53 της, έπειτα από γερή δόση αλκοόλ και χαπιών.

«Φεύγω γι αλλού», είχε πει λίγες ημέρες νωρίτερα στο φίλο της Γιώργο Χρονά.

 

«Θα ‘ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
– μη βλέπεις εμένα – μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θα ‘ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουν πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θά `μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι – σκέψου! – θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι, καταπίεση, μοναξιά, τιμή, κέρδος, εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία – δε θέλω να λέω ψέματα –
δύσκολοι καιροί.
Και θάρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω – μην περιμένεις κι από μένα πολλά –
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή
παρ’ όλα αυτά Μαρία.»

 

Αριάδνη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: