«Βρε Μπαγάσα…»

Αν κάποιος δεν κατάλαβε σε ποιον «μπαγάσα» είναι αφιερωμένο αυτό το κείμενο, ας σηκώσει το χέρι…ή μάλλον ας διαβάσει παρακάτω…(μεταξύ μας αμφιβάλλω εάν υπάρχει έστω και ένας..) !

«Να συστηθώ. Νικόλας ο Άσιμος πεζός και διάσημος και καταδικάσιμος φτωχός καλλιτέχνης. (…) Ζητώ συμπαράσταση και ποιος δε ζητά, ζητώ επανάσταση σ’ ολωνών τα μυαλά. Ζητώ κάποιο στήριγμα τέλος πάντων, για να συνεχίσω κάτι που άρχισα. Οι καιροί είναι δύσκολοι και τι μου χρωστάτε, όμως τι χρωστάω κι εγώ που από σας εξαρτάται να κάνω τον καλλιτέχνη, γιατί χωρίς κόσμο η τέχνη που διάλεξα πάει στο βρόντο.»

Ο Νικόλας Ασημόπουλος ή Νικόλας Άσιμος, γεννιέται το 1949 στη Θεσσαλονίκη και μεγαλώνει στην Κοζάνη. Τα μαθητικά του χρόνια δεν χαρακτηρίζονται από αριστεία, μιας και προτιμούσε να ασχολείται με τα αθλήματα, καθώς όμως και με την ποίηση, όπου από μικρή ηλικία άρχισε να γράφει στίχους. «Πάντα μου μηδένιζαν τα γραφτά της έκθεσης, όταν πήγαινα σχολείο και μου γραφαν από κάτω «έφυγες από το θέμα» (ή απαράδεχτα αυτά που λες). Τουλάχιστον, να μ’ άφηναν γι’ αυτό στην ίδια τάξη και όχι να με περνάνε με τη βάση τσίμα τσίμα επειδή λέει κατείχα τη γλώσσα καλύτερα απ’ όλους και είχαν ενοχές. Δεν το ‘καναν. Θα ‘χαν βοηθήσει να ξεκουνήσω πιο νωρίς.» (απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Άσημου, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», σελ. 19,20, εκδόσεις Φθινόπωρο 1980).

Το 1967 ξεκινά να φοιτά στη Φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ενώ παράλληλα παρακολουθεί και μαθήματα θεάτρου στην Δραματική σχολή του Κυριαζή Χαρατσάρη. Ωστόσο, πολύ σύντομα αποφασίζει να παρατήσει τις σπουδές και τη ζωή του στη συμπρωτεύουσα και να κατέβει το 1973 στην Αθήνα, οπότε και ξεκινά να εμφανίζεται στις τότε γνωστές μπουάτ στην Πλάκα, ως μουσικός και τραγουδιστής.Εκεί συνεργάστηκε με καλλιτέχνες όπως ο Πάνος Τζαβέλας, ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Γιάννης Ζουγανέλης, ο Σάκης Μπουλάς κ.α. .

Ο πρώτος του δίσκος βγαίνει το 1975, ο οποίος βέβαια δέχεται έντονη λογοκρισία και η δημόσια ραδιοτηλεόραση απαγορέυει τη μετάδοση του, παραμένει όμως διαθέσιμος στα δισκοπωλεία.

Για να αποφύγει τη στράτευση το 1978, για την οποία ήταν ξεκάθαρα αντίθετος, αποφασίζει να προσποιηθεί τον ψυχοπαθή. Καταφέρνει να πείσει, ωστόσο, ότι όντως πάσχει από μια μορφή σχιζοφρένειας, και παίρνει την πολυπόθητη αναβολή. «Έλα, μου λέει, δε σε θέλει ο στρατός. Πάρε αυτό εδώ να μας θυμάσαι. Και μου ‘δωσε ένα λουλούδι κι έφυγε. Και ήταν μια μαργαρίτα. Και ήτανε φτιαγμένη με σύρμα και κλωστή….» (απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Άσημου, «Αναζητώντας Κροκανθρώπους», σελ. 55) .

Περιπλανώμενος και αντισυμβατικός έστυνε συχνά μικρές παραστάσεις με πρόζα και τραγούδι για τους περαστικούς στην πλατεία Εξαρχείων, στη γύρω περιοχή ή και στο σπίτι του, τη γνωστή «υπόγα» στην οδό Αραχώβης, τις οποίες χαρακτήριζε με τους όρους «Κροκ» και «Βόλτα». Την περίοδο 1980 – 1981 γράφει το βιβλίο του «Αναζητώντας Κροκανθρώπους». Την ερμηνεία του όρου τη δίνει ο ίδιος και τον τρόπο του : «Το Κροκ, είναι Κροκ. Όπως τρόζει ένα γρανάζι, όπως καταρρέει ένας θεσμός, όπως κροκορόζει ένα βρέφος που γεννήθηκε απλά. Κροκ, τώρα πάντα και ποτέ. Το Κροκ είναι Κροκ, δεν συλλαμβάνεται, ως ασύλληπτο. Το Κροκ ανατρέπει τα πάντα» .

Ο σαφής πολιτικοποιημένος, αντιεξουσιαστικός χαρακτήρας του τον έκανε συχνά να προκαλεί με τους στίχους των τραγουδιών του. Σπουδαίοι στίχοι βέβαια. Στο μοναδικό δίσκο 33 στροφών που κυκλοφόρησε το 1982 με τίτλο «Ο Ξαναπές», συμμετείχαν η Χάρις Αλεξίου και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Για τους υποστηρικτές του Άσιμου οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες θεωρούνταν γρανάζια του συστήματος, οπότε η κίνηση του θεωρήθηκε ως μέγιστη «προδοσία», πράγμα που το κάνει να κλειστεί στον εαυτό του.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του γεμίζουν με τα πέρα δώθε στα ψυχιατρεία. Το γερό πλήγμα για τον ίδιο έρχεται το 1987, όταν κατηγορήθηκε για το βιασμό μιας κοπέλας. Από τις κλινικές καταλήγει στον Κορυδαλλό, απ’ όπου αποφυλακίστηκε με χρηματική εγγύηση μετά από ένα χρονικό διάστημα, χωρίς όμως να καταφέρει να επανέλθει . Η καταγγελία δεν αποδείχθηκε ποτέ και η δίκη δεν πρόλαβε να γίνει.

Το τέλος το δίνει ο ίδιος ξημερώματα Πέμπτης 17 Μαρτίου 1988. Κρεμάστηκε στο σπίτι του στα Εξάρχεια στα 38 του χρόνια.

 

«Κάποτε θα με διαβάσεις ίσως, θ’ ακούσεις τα τραγούδια μου, θα με κατανοήσεις.
Αλλά δε θάμαι πια εγώ, θάναι αυτή η μάσκα που φορούν στους πεθαμένους.
Δεν είχες καν τη δύναμη να μείνεις ένα δευτερόλεπτο κοντά, άμα σου το ζητούσα.
Θα προτιμούσα να μη με διάβαζες ποτέ. Είναι καλύτερο ν’ αγοράσεις ή να κλέψεις ένα μπλουζάκι με τη φάτσαμου επάνω τυπωμένη.
Κι ας σου φαίνεται γελοίο. κι ας μου φαίνονταν γελοίο»

 

Αριάδνη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: