Ας μείνουμε άνθρωποι για τους ανθρώπους μας

«Η ζωή δεν αξίζει τον κόπο να την ζεις. Η ζωή δεν αξίζει τον κόπο και να την εγκαταλείπεις».

«Μπέκετ»

 

Καθισμένη στην ξύλινη καρέκλα με τα λευκά ζαρωμένα χέρια σταυρωμένα πάνω στα πόδια της κοίταζε με τα μικρά καταγάλανα μάτια της τη δέσμη του ουρανού που ξεπρόβαλε ανάμεσα στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών.

Το πρόσωπο της τόσο αδύνατο που ξεχώριζες κάθε γωνία του. Το δέρμα της άσπρο σχεδόν διάφανο με αποτυπώματα και διαδρομές μιας ολόκληρης ζωής.

Τα μαλλιά της κατάλευκα μέχρι το λαιμό, καλοχτενισμένα, με μια μικροσκοπική μαύρη στέκα που μόνο σε κεφάλι μικρού παιδιού θα μπορούσε να χωράει.

Καθόταν ώρες και απλά κοίταζε…χωρίς να μιλάει…

Προσπαθούσα να καταλάβω τι σκέφτεται, τι περνάει από το μυαλό της αλλά…δεν μπορούσα..

«Πως είσαι;» τη ρώτησα

«Σαν γεροντάκι», μου απάντησε

Σαν γεροντάκι…

Έμεινα να την κοιτάζω προσπαθώντας να εξηγήσω στο μικρό μου εγκέφαλο αυτή τη λέξη.

Γεροντάκι. Τόσο απλή και τόσο σύνθετη ταυτόχρονα…

Τότε συνειδητοποίησα ότι δεν είχε βγει από το σπίτι για δύο ολόκληρα χρόνια. Ακόμα και ο γιατρός πήγαινε σπίτι να τη δει.

Δύο χρόνια μέσα σε τέσσερις τοίχους και ένα μπαλκόνι που το πιο μακρινό σημείο που μπορείς να δεις είναι η τσιμεντένια πολυκατοικία στο βάθος και ένα τμήμα του ουρανού ανάμεσα στις πολυκατοικίες.

«Γιατί δεν βγαίνεις καθόλου έξω;»

«Δεν έχω κανέναν να με πάει βόλτα» μου απαντάει

«Τα παιδιά σου; Τα εγγόνια σου;»

«Δουλεύουν, έχουν υποχρεώσεις, δεν έχουν χρόνο…»

Ένιωσα το σώμα μου να σφίγγει, τα πόδια μου να βιδώνονται στο έδαφος και δεν έβγαινε ήχος από τα χείλη μου…

Χρόνος; Δουλειά; Υποχρεώσεις; Πόση αξία έχουν τελικά όλα αυτά μπροστά σε μια ανθρώπινη ύπαρξη.

Πόσος χρόνος χρειάζεται σε έναν άνθρωπο που χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχες;

Της έδωσα ένα φιλί, της είπα ότι έπρεπε να φύγω…

Περπατούσα για δύο ώρες χαμένη κάνοντας κύκλους, παρατηρώντας τον κόσμο και προσπαθώντας να καταλάβω…εμένα, τους γύρω μου…τον άνθρωπο..

Αφιέρωσα πέντε μέρες από τη ζωή μου σε ένα γηροκομείο να μιλάω με αυτούς τους ανθρώπους, τους ανθρώπους της τέταρτης ηλικίας.

Οι περισσότεροι δεν ήταν εκεί από επιλογή αλλά γιατί οι δικοί τους άνθρωποι δεν είχαν χρόνο…

Ζούμε σε ένα κόσμο σκληρό, μια κόλαση, τρέχουμε να προλάβουμε την καθημερινότητα όμως χάνουμε την ύπαρξη μας…

Η ζωή είναι ένας κύκλος και όλοι κάποια στιγμή θα φτάσουμε στο σημείο που είναι αυτοί οι άνθρωποι τώρα. Θα έχουμε και εμείς ανάγκη από συντροφιά, από παρέα, από μια βόλτα ένα άγγιγμα…όπως το έχουν και αυτοί.

Θα τους δεις στα παγκάκια…

Στις στάσεις των λεωφορείων…

Στα πάρκα…

Να προσπαθούν να περάσουν το δρόμο…

Στα δωμάτια και στις αυλές ιδρυμάτων…

Είναι οι άνθρωποι που μας μεγάλωσαν, οι γονείς μας, οι παππούδες μας…

Είναι άνθρωποι…

Οι δικοί μου, οι δικοί σου….

Και ακόμα και αν μεγάλωσαν δεν έχασαν το δικαίωμα να ζουν με σεβασμό και αξιοπρέπεια μέχρι το τέλος…

Θάλεια

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: