Γράμμα σ’ έναν ποιητή …

Δανείζομαι δικούς του στίχους για τον τίτλο και με την πρώτη ματιά είμαι σίγουρη ότι όλοι έχετε καταλάβει σε ποιον πρόκειται να αναφερθώ.

«Ο Γουΐλι, ο μαύρος θερμαστής από το Τζιμπουτί όταν απ’ τη βάρδια του τη βραδινή σχολούσε
στην κάμαρά μου ερχότανε γελώντας να με βρει κι ώρες πολλές για πράματα περίεργα μου μιλούσε.
Μου ’λεγε πώς καπνίζουνε στ’ Αλγέρι το χασις και στο Άντεν πώς χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη
Κι έπειτα πώς φωνάζουνε και πώς μονολογούν όταν η ζάλη μ’ όνειρα περίεργα τους κυκλώνει…»

Εντάξει, παραδεχτείτε ότι διαβάζετε σιγοτραγουδώντας. Αλλά θα μου πείτε, και ποιός δεν το έχει τραγουδήσει, έστω και σε μια συναυλία κάποια στιγμή στη ζωή του; Προσωπικά μου πήρε κάποια χρόνια μέχρι να μάθω ποιος ευθύνεται για τους παραπάνω (και πόσους άλλους) στίχους, που ξεκίνησαν ως ποίημα και αργότερα μελοποιήθηκαν από το Θάνο Μικρούτσικο.
Ποιητής, λογοτέχνης, ναυτικός και μεταφραστής, ο Νίκος Καββαδίας, γνωστός και ως Κόλιας ή Μαυρής, «παρατσούκλια» από τη ναυτική του καριέρα.

Γεννημένος σαν σήμερα 11 Ιανουαρίου 1910 στη Ρωσία, από γονείς Έλληνες, Κεφαλονίτες, επιστρέφει στην Ελλάδα – πρώτα στο Αργοστόλι και έπειτα στην Αθήνα – με την έναρξη του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Τελειώνει το σχολείο στον Πειραιά και με την ενηλικίωση του «μπαρκάρει». Και αυτό συνεχίζει να κάνει με πολύ μικρά διαλείμματα μέχρι το τέλος της ζωής του το 1975. Ταξιδεύει. Μόνη περίοδος αποχής, ο δευτερος παγκόσμιος πόλεμος. Η αρχή του πολέμου του 1940 τον βρίσκει να φεύγει για το Αλβανικό μέτωπο. Επιστρέφει στην Αθήνα την περίοδο της γερμανικής κατοχής, όπου συμμετέχει στην Εθνική Αντίσταση, μέσω του ΕΑΜ, ενώ παράλληλα γίνεται μέλος του ΚΚΕ. Την ίδια περίοδο εντάσσεται στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ το 1945 γίνεται επικεφαλής του ΕΑΜ Λογοτεχνών-Ποιητών .
Ποιητικές του συλλογές :

«Μαραμπού» (1933),

«Πούσι» (1947),

«Τραβέρσο» (1975).
«Μ’ απόψε, τώρα που έπεσεν η τροπική βραδιά,
και φεύγουν προς τα δυτικά των Μαραμπού τα σμήνη,
κάτι με σπρώχνει επίμονα να γράψω στο χαρτί,
εκείνο, που παντοτινή κρυφή πληγή μου εγίνη.
Λένε για μένα οι ναυτικοί που εκάμαμε μαζί
πως χρόνια τώρα με γυναίκα εγώ δεν έχω πέσει,
πως είμαι παλιοτόμαρο και πως τραβάω κοκό,
μ’ αν ήξερα οι δύστυχοι, θα μ’ είχαν συχωρέσει.
Το χέρι τρέμει..Ο πυρετός.Ξεχάστηκα πολύ
ασάλευτο ένα Μαραμπού στην όχθη να κοιτάζω.
Κι έτσι καθώς επίμονα κι εκείνο με κοιτά,
νομίζω πως στη μοναξιά και στη βλακεία του μοιάζω…»

Ο Νίκος Καββαδίας ήταν απόλυτα βιωματικός (και σπουδαίος, αν θέλετε τη γνώμη μου) ποιητής και πεζογράφος. Μιλούσε για τη ζωή του στη θάλασσα, για τους ναυτικούς που γνώρισε στα ταξίδια του, για τα βιώματα του στα καράβια και στα λιμάνια, για τις γυναίκες και τους έρωτες του. Η μεγάλη, βέβαια, αναγνώριση του έργου του έγινε μετά θάνατον, όταν ξεκίνησαν να μελοποιούνται τα ποιηματά του και να γίνονται γνωστά στον κόσμο με τη φωνή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, του Γιάννη Κούτρα, του Κώστα Καράλη, της Μαρίζας Κωχ και άλλων πολλών.

«Θα μείνω πάντα ιδανικός κι ανάξιος εραστής
των μακρυσμένων ταξιδιών και των γαλάζιων πόντων
Και θα πεθάνω μια βραδιά σαν όλες τις βραδιές
χωρίς να σκίσω τη θολή γραμμή των οριζόντων»

 

Αριάδνη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: